Γενικά


Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Πολλοί υποστηρίζουν πως η παγκοσμιοποίηση δεν είναι και τόσο νέο φαινόμενο στην παγκόσμια ιστορία. Η ιδέα μιας παγκόσμιας αγοράς χωρίς σύνορα και άλλους φραγμούς, είναι ιδέα που μας απασχολεί, από την εποχή του Άνταμ Σμιθ και του Καρλ Μαρξ, την εποχή των μεγάλων αποικιακών δυνάμεων. Ο Σμιθ πίστευε ότι αποτελούσε θετική εξέλιξη και έναν τρόπο ανάπτυξης των υπανάπτυκτων κρατών. Την ιδέα ότι, οι αποικίες είχαν ανοίξει το δρόμο για την παγκόσμια αγορά, αποδέχονταν και ο Μαρξ. Εκείνος όμως τη θεώρησε σαν μια προσπάθεια του καπιταλισμού να «φωλιάσει παντού και να καλύψει τα πάντα».
Από την άλλη, οι θεωρητικοί που ασχολήθηκαν με το θέμα αναφέρονται στο γεγονός ότι οι άνθρωποι ως φυσικές υπάρξεις ανήκουν έτσι κι αλλιώς σε ένα είδος. Υπενθυμίζουν ότι οι μεγάλες αυτοκρατορίες της Ιστορίας βρίσκονταν σε στενή επαφή εδώ και χιλιάδες χρόνια. Και ακόμα πως εδώ και εκατοντάδες χρόνια οι πιο πολλοί λαοί της Γης συνδέονται μέσα σε ένα παγκόσμιο οικονομικό σύστημα. «Αντάλλασσαν εμπορεύματα, ιδέες, επινοήσεις πολιτισμικές, λέξεις, αρρώστιες, και ιδεολογίες ακόμα. Και πολύ συχνά, βέβαια, αυτή η επαφή έπαιρνε τη μορφή του ανταγωνισμού και της καταστροφικής σύγκρουσης της σύγκρουσης. Και τότε ο ένας πολιτισμός, με τη μορφή της τεχνολογίας, του πλούτου, της θρησκείας ή της γλώσσας, επιβαλλόταν πάνω στον άλλο και αυτή η επιβολή σήμαινε και αφανισμό του κατακτημένου.»
Είναι βέβαιο ότι η έννοια της παγκοσμιοποίησης αποκομμένη σχετικά από το ιστορικό της περιεχόμενο αρχίζει να προβάλλεται με ιδιαίτερη ένταση στη δεκαετία του 1990, οπότε και καθιερώθηκε στη δημόσια συζήτηση. Αρχίζει να προβάλλεται σε εφημερίδες, περιοδικά, κανάλια, ραδιόφωνα, ενώ πολιτικοί, διπλωμάτες, ακαδημαϊκοί, υψηλόβαθμα στελέχη χρηματοοικονομικών οργανισμών, απλοί πολίτες ασχολούνται, διαδίδουν, μεταφέρουν, σχολιάζουν, υπερθεματίζουν την Παγκοσμιοποίηση Από πολλούς διανοούμενους, πολιτικούς και δημοσιογράφους θεωρείται η πιο σημαντική διαδικασία που διαμορφώνει τις σύγχρονες κοινωνίες. Στον ακαδημαϊκό χώρο αξιοποιήθηκε στις οικονομικές, πολιτικές και πολιτισμικές σπουδές, καθώς και στη συζήτηση για την εκπαίδευση.

ΟΡΙΣΜΟΙ

Στο Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας του Γ. Μπαμπινιώτη η παγκοσμιοποίηση ορίζεται ως ακολούθως:
«Παγκοσμιοποίηση (η) [κ. παγκοσμιοποιήσ-εως, -εις, -εων] 1.η δημιουργία μιας παγκόσμιας οικονομικής ζώνης, μιας παγκόσμιας αγοράς, όπου τα προϊόντα θα κινούνται ελεύθερα. Η μετατροπή της οικουμένης σε μια ενιαία οικονομική, πολιτική και πολιτιστική επικράτεια. 2. (κατ. επέκτ.) η οικουμενική διεύρυνση κατάστασης, θεσμού, ιδέας κ.τ.ο.
Στο σχετικό λήμμα της Bασιλικής Aκαδημίας της Iσπανίας, το οποίο πρόσφατα περιλήφθηκε στο λεξικό, η παγκοσμιοποίηση ορίζεται ως η «τάση των αγορών και των επιχειρήσεων να επεκτείνονται, αποκτώντας μια παγκόσμια διάσταση που ξεπερνά τα εθνικά σύνορα». Η «παγκοσμιοποίηση» ορίζεται επίσης από το έγκυρο κοινωνιολογικό λεξικό του Blackwell ως εκείνη η κοινωνική διαδικασία που οδηγεί τους λαούς της γης με γρήγορους ρυθμούς σε μια ολοκληρωτική ομογενοποίηση.
Οι ορισμοί όμως δεν περιορίζονται στις λεξικογραφικές μόνο καταγραφές. Έτσι έχουν προταθεί και οι ακόλουθοι:

Ακαδημαϊκοί Ορισμοί

«Παγκοσμιοποίηση ονομάζονται όλες εκείνες οι διαδικασίες, μέσω των οποίων οι λαοί του κόσμου μεταλλάσσονται σε μία και μόνη κοσμική κοινότητα, μια παγκόσμια κοινότητα»
Martin Albrow, 1990
«Η παγκοσμιοποίηση μπορεί να οριστεί ως η εντατικοποίηση των παγκοσμίων κοινωνικών σχέσεων που συνδέουν μεταξύ τους απομακρυσμένες περιοχές κατά τρόπον ώστε τα τοπικώς συμβάντα να διαμορφώνουν όσα συμβαίνουν πολλά χιλιόμετρα μακριά, και το αντίστροφο»
Anthony Giddens, 1990
«Παγκοσμιοποίηση είναι η παγκόσμια δικτύωση που συνέδεσε μεταξύ τους κάποτε ανόμοιες και απομονωμένες κοινότητες αυτού του πλανήτη, με βάση την αμοιβαία εξάρτηση και την ενότητα του ενός κόσμου»
Emanuel Richter

«Τα χαρακτηριστικά της παγκοσμιοποίησης περιλαμβάνουν τη διεθνοποίηση της παραγωγής, τους νέους διεθνείς εργασιακούς διαχωρισμούς, τις νέες μεταναστευτικές κινήσεις από το νότο προς το βορρά, το νέο ανταγωνιστικό περιβάλλον που ενεργοποιεί αυτές τις διαδικασίες και τη διεθνοποίηση του κράτους, μετατρέποντας τα κράτη σε αντιπροσωπείες του παγκοσμιοποιούμενου κόσμου»
Robert Cox
«Ο κόσμος μετατρέπεται σε ένα παγκόσμιο εμπορικό κέντρο, στο οποίο οι ιδέες και τα προϊόντα είναι στη διάθεση όλων, παντού την ίδια στιγμή»
Rosabeth Moss Kanter

«Η παγκοσμιοποίηση δεν αναφέρεται απλώς στην αντικειμενική διαδικασία της αυξανόμενης αλληλεπίδρασης. Αναφέρεται επίσης και σε συνειδησιακά και υποκειμενικά θέματα -ένα εκ των οποίων είναι η έκταση κι η πυκνότητα της συνείδησης του κόσμου ως ενός και μόνου μέρους»
Roland Robertson
«Η παγκοσμιοποίηση είναι αυτό που εμείς εδώ στον Τρίτο Κόσμο, επί αιώνες αποκαλούσαμε Αποικιοκρατία»
Martin Khor
«Η παγκοσμιοποίηση αναφέρεται στη διαδικασία μέσω της οποίας οι κοινωνικές σχέσεις αποκτούν ποιότητες σχετικής ανεξαρτησίας από την απόσταση και τις συνοριακές γραμμές, έτσι ώστε οι ανθρώπινες υπάρξεις όλο και περισσότερο βιώνουν τον κόσμο ως ένα ενιαίο τόπο»
Jan Aart Scholte
«Ζούμε σε μια εποχή ριζικών μεταμορφώσεων. Η καλύτερη προσέγγιση είναι να την θεωρούμε ως μία αναπτυσσόμενη παγκόσμια ομπρέλα πολιτισμού στην οποία εμπεριέχονται οι συγκρούσεις ανόμοιων πολιτισμών κι ο πολιτιστικός πλουραλισμός»
Yehezkel Dror
«Η παγκοσμιοποίηση συνεπάγεται έναν επισπεύδοντα ρυθμό και/ή ένα υψηλότερο επίπεδο οικονομικής αλληλεπίδρασης μεταξύ εθνικών κρατών και εθνικών οικονομιών»
Baker, Epstein and Pollin
Κοινά χαρακτηριστικά των προηγούμενων ορισμών είναι η πίστη στη δημιουργία ενός παγκόσμιου ενιαίου χώρου, θυμίζοντας τον όρο του Marshal Mak Luhan το 1962, «Το χωριό του Κόσμου» (global vilage) και μιας ολοένα αυξανόμενης αλληλεξάρτησης των κρατών μεταξύ τους ιδιαίτερα στον οικονομικό χώρο, που παίρνει για ορισμένους τη μορφή της παλιάς αποικιοκρατίας.. Τονίζεται παράλληλα η κοινωνική και πολιτισμική διάσταση του φαινομένου .
Πολλές από τις προσεγγίσεις παραπέμπουν στην προοπτική μιας παγκόσμιας κοινωνίας που θεωρείται πως βρίσκεται υπό διαμόρφωση. «Είτε με τον όρο παγκόσμια κοινωνία εννοείται μια ενιαία πλανητική κοινωνία χωρίς σύνορα, είτε ένα άθροισμα κοινωνιών με παρόμοια βασική οικονομική και πολιτική δομή που συνεργάζονται αρμονικά, η προοπτική της παγκόσμιας κοινωνίας υποδηλώνει ένα ευχάριστο μέλλον που εμπεριέχει το τέλος των πολεμικών αντιπαραθέσεων και των σκληρών πολιτικών – κοινωνικών συγκρούσεων του αιώνα που έφυγε.»
Η θετική αυτή προοπτική προσβάλλεται ως ανεδαφική απ’ όλους όσοι υποστηρίζουν ότι η παγκοσμιοποίηση δεν βοηθά τους φτωχούς, βλάπτει το περιβάλλον, διευρύνει τις ανισότητες και οδηγεί σε αύξηση των κοινωνικών και πολιτικών συγκρούσεων σε κρατικό ή διακρατικό επίπεδο.

ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΑ

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Η διαμόρφωση μιας νέας παγκόσμιας οικονομίας θεωρείται ως αποτέλεσμα ή «φυσικό επιγενόμενο» κυρίως δύο διεργασιών. Η πρώτη είναι η ραγδαία ανάπτυξη των τεχνολογιών της πληροφορίας και των μαζικών επικοινωνιών, ανάπτυξη που έδωσε νέες δυνατότητες για την ταχύτερη μεταφορά αγαθών, χρήματος και υπηρεσιών σε πλανητικό επίπεδο. Η δεύτερη είναι η μετατροπή των πολυεθνικών επιχειρήσεων σε διεθνικές. Οι διεθνικές επιχειρήσεις διαθέτουν πολλαπλές εθνικές βάσεις και πολυεθνικό δυναμικό εργαζομένων. Ο σχεδιασμός, οι επενδύσεις, η παραγωγή και οι πωλήσεις τους προσλαμβάνουν παγκόσμιες διαστάσεις
Ας δούμε μερικά δεδομένα:
• Το εμπόριο μεταξύ 1950 και 1998 αυξήθηκε 17 φορές και έφτασε τα 5,4 τρις δολλάρια, ενώ το Α.Ε.Π. αυξήθηκε μόνο 6 φορές.
• Οι διασυνοριακές επενδύσεις μεταξύ 1970 και 1998 υπερδεκαπλασιάστηκαν, καθώς μάλιστα σήμερα γίνονται σε μηδενικό χρόνο.
• Οι πολυεθνικές από 7000 που ήταν το 1970 έφτασαν τις 54000 το 2000 με 450000 θυγατρικές. «Οι αυξημένες απαιτήσεις της διεθνούς αγοράς επιβάλλουν τις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές σε παγκόσμιο επίπεδο, ώστε σήμερα να μιλάμε για πολυεθνικούς ομίλους επιχειρήσεων. Για παράδειγμα, 500 εταιρείες ελέγχουν το ένα τρίτο του παγκόσμιου ΑΕΠ (Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν) και τα τρία τέταρτα του διεθνούς εμπορίου. Ειδικότερα για τη βιομηχανία τροφίμων, μόνο δώδεκα εταιρείες κυριαρχούν παγκοσμίως.»
• Ο καθημερινός τζίρος στην παγκόσμια αγορά συναλλάγματος ξεπερνά τα 400 τρισεκατομμύρια δραχμές. “Οποιοσδήποτε, μ’ ένα απλό κλικ στον υπολογιστή του μπορεί να μεταφέρει τεράστια ποσά από τη μια άκρη του κόσμου στην άλλη “, αναφέρει ο καθηγητής στο London School of Economics Άντονι Γκίντενς.
• Οι μεταφορές αυξάνονται, με τις εναέριες να 100πλασιάζονται μεταξύ 1950 και 1998 και ο τουρισμός να 25πλασιάζεται.

Το πρώτο που αμφισβητείται είναι η μετατροπή των πολυεθνικών επιχειρήσεων σε διεθνικές. «Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις συνεχίζουν να στηρίζονται σε μια χώρα αφού το 70% των εργαζομένων τους βρίσκεται στις χώρες προέλευσης. Επίσης, τα 2/3 των πωλήσεων, το 70 – 75% της προστιθέμενης αξίας και το 70% των ευρεσιτεχνιών δημιουργείται στις ίδιες χώρες.»
Οι πολυεθνικές βέβαια, υποστηρίζεται από πολλούς, δημιουργούν πλούτο, προσφέρουν εργασία, κατασκευάζουν φθηνότερα και πιο ποικίλα προϊόντα, βοηθούν στον εμπλουτισμό των πολιτσμών. «O κόσμος έχει γίνει καλύτερος. Kαι, εν τέλει, η εταιρεία είναι δημιούργημα του φιλελευθερισμού. Aς ρίξουμε μια ματιά στους θεσμούς που εμπιστεύθηκε ο άνθρωπος για τη βελτίωση του κόσμου: τη μοναρχία, την εκκλησία, τα πολιτικά κόμματα. Eκανε κανείς από αυτούς τόσο καλό λαμβάνοντας τόσο λίγη αναγνώριση όσο μια συμμετοχική εταιρεία;»
Είναι αρκετά διαδεδομένη, άλλωστε, η πίστη πως η παγκοσμιοποίηση της οικονομίας ευνοεί ιδιαίτερα τους φτωχούς του πλανήτη. Σε έρευνα που πραγματοποιήθηκε σε 25000 πολίτε1 από 25 χώρες και παρουσιάστηκε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ της Νέας Υόρκης
• Η πλειοψηφία των ανθρώπων στις περισσότερες χώρες (19 από τις 25) προσδοκούν ότι η μεγαλύτερη οικονομική παγκοσμιοποίηση θα είναι θετική για τους ίδιους και τις οικογένειες τους. Πάνω από έξι στους δέκα πολίτες του κόσμου (62%) θεωρούν ευεργετική την παγκοσμιοποίηση, ενώ αντίθετα ένας στους πέντε (22%) τη θεωρεί προσωπικά επιζήμια για τον ίδιο.
• Οι πολίτες των φτωχότερων χωρών έχουν υψηλές προσδοκίες (που όμως δύσκολα θα υλοποιηθούν στην πράξη) ότι η παγκοσμιοποίηση θα έχει για αυτούς οφέλη οικονομικά και μη. Οι θετικές προσδοκίες αφορούν κυρίως τη μεγαλύτερη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές (εξαγωγές), την αγορά φθηνότερων προϊόντων, την αναβαθμισμένη πολιτιστική ζωή, την καλύτερη ποιότητα ζωής, τα ενισχυμένα ανθρώπινα δικαιώματα, την ενδυνάμωση της εθνικής οικονομίας και την αύξηση του προσωπικού εισοδήματος.
• Βέβαια στις πλούσιες χώρες οι περισσότεροι πολίτες δεν πιστεύουν ότι οι φτωχές χώρες επωφελούνται όσο οι πλούσιες από το ελεύθερο εμπόριο και την παγκοσμιοποίηση. Σχεδόν ένας στους δύο πολίτες διαφωνεί με την άποψη ότι “η παγκοσμιοποίηση ωφελεί τις φτωχές χώρες όσο και τις πλούσιες”.
Σε επίρρωση των στοιχείων της μελέτης αυτής μια άλλη έρευνα βασισμένη σε στοιχεία του 1992 του Κέντρου Έρευνας Οικονομικής Πολιτικής στο Λονδίνο κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα:
• το ελεύθερο εμπόριο, με την απαλλαγή από τους δασμούς και την άρση των περιορισμών στην διακίνηση των εμπορευμάτων και των υπηρεσιών έχει τονώσει την οικονομική ανάπτυξη και αύξησε τα εισοδήματα τόσο των πλουσίων, όσο και των φτωχών ταυτοχρόνως. Το ποσοστό του πληθυσμού της Γης που ζει κάτω από συνθήκες απόλυτης φτώχειας είναι σήμερα μικρότερο από ποτέ.
• Η διανομή του εισοδήματος ανάμεσα στους πλούσιους και τους φτωχούς εντός των περισσοτέρων κρατών τείνει να γίνει πιο ισότιμη.
• οι αμοιβές που δίνουν οι πολυεθνικές είναι συνήθως υψηλότερες από τον εθνικό μέσο όρο του μισθού και για αυτό οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονται σε αυτές τις χώρες.
Αναγνωρίζεται βέβαια πως πολλοί άνθρωποι ζουν σε συνθήκες φτώχειας με την επισήμανση ότι το πρόβλημα έχει μειωθεί αναλογικά στο επίπεδο της παγκοσμιοποίησης.
Ο αντίλογος στις παραπάνω απόψεις προσπαθεί να τεκμηριώσει την άποψη ότι η παγκοσμιοποίηση δεν βοήθησε τους φτωχούς.
• η παγκοσμιοποίηση, δηλαδή η απελευθέρωση του εμπορίου και των επενδύσεων χαρτοφυλακίου σε διεθνές πεδίο, γενικά διευρύνει τις διαφορές εισοδήματος ανάμεσα στους πιο φτωχούς και τους πιο πλούσιους του κόσμου.
• το 1988 το μέσο εισόδημα του «φτωχότερου 10%» του πληθυσμού των 88 αναπτυσσόμενων χωρών του δείγματος ήταν 30,7% του μέσου όρου του συνολικού πληθυσμού και το 1993 είχε μειωθεί στο 24,8%. Αντίθετα, το μέσο εισόδημα του «πλουσιότερου 10%» που ήταν 273,5% του μέσου όρου όλου του πληθυσμού το 1988 ανεβαίνει στο 293,4% το 1993.
Οι απόψεις αυτές ενισχύονται με πληροφορίες σχετικές με τη δράση των πολυεθνικών εταιρειών στις φτωχές χώρες. Συγκεκριμένα σε χώρες, όπως η Aιθιοπία, η Oυγκάντα, η Aφρική κάτω από τη Σαχάρα, το Kαμερούν, η Aκτή του Eλεφαντοστού, το Mαλάβι, η Mαδαγασκάρη, η Zάμπια, το Σουδάν, η Aίγυπτος, πολλές χώρες της Kεντρικής Aμερικής και της Kεντρικής Aσίας, χώρες που βρίσκονται στον πυθμένα της φτώχειας με εισόδημα κατά κεφαλήν κάτω από ένα δολάριο την ημέρα «H αγοραστική δύναμη στις χώρες αυτές, που ήταν ήδη εξαιρετικά χαμηλή, μειώθηκε στο μισό τα τελευταία τριάντα χρόνια. Tο 85% του διεθνούς εμπορίου αυτών των πρώτων υλών είναι στα χέρια δώδεκα πολυεθνικών, μεγάλο μέρος των οποίων είναι οικογενειακή ιδιοκτησία και δεν είναι ενταγμένες στο χρηματιστήριο…. Σύμφωνα με υπολογισμούς του OOΣA, το μερίδιο που μένει στον αγρότη καλλιεργητή από την τελική τιμή του καπνού είναι 6%. Στον καφέ είναι 12%. Στο βαμβάκι μεταξύ 4 και 8%. Oσο για τις πολυεθνικές που εμπορεύονται αυτές τις πρώτες ύλες, το κέρδος κυμαίνεται από ένα ελάχιστο 4 δισ. δολάρια τον χρόνο (Andre, Eλβετία, δημητριακά), μέχρι ένα μέγιστο που ξεπερνά τα 50 δισ. δολάρια (Cargill, HΠA, δημητριακά και κακάο, Nestle, Eλβετία, καφές).»
Επισημαίνεται λοιπόν πως οι μεγάλες δυνατότητες που μας προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες της πληροφορικής και των επικοινωνιών δεν έχουν ως αποτέλεσμα την διάχυση της ανάπτυξης σε παγκόσμια κλίμακα. «Αντί για διάχυση της ανάπτυξης, αυτό που συμβαίνει είναι η περιθωριοποίηση μεγάλου αριθμού χωρών εφόσον το 85 – 90% των προϊόντων μεγάλης αξίας και υψηλής τεχνολογίας παράγεται και πωλείται σε Β. Αμερική – Ιαπωνία – Ευρώπη, το 85% των αναγνωρισμένων εφευρέσεων πραγματοποιείται σε ΗΠΑ – Γερμανία – Γαλλία – Βρετανία και το 85% των συμφωνιών μεταξύ εταιρειών σε ΗΠΑ – Ευρώπη – Ιαπωνία. Στη δεκαετία του 1980 οι επενδύσεις κεφαλαίου στο εξωτερικό αυξάνονταν πάνω από 20% το χρόνο αλλά συγκεντρώνονταν στις ΗΠΑ, την Ευρώπη και την Ιαπωνία κατά τα 4/5. Στο ίδιο διάστημα, η συμμετοχή των “υπό ανάπτυξη” χωρών στις εισαγωγές κεφαλαίων μειώθηκε από το 25% στο 19% του συνόλου»

ΤΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ

Ο συνδυασμός των όρων παγκοσμιοποίηση και περιβάλλον διατυπώνεται τη δεκαετία του 1990. Το 1995 στα πλαίσια του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου (ΠΟΕ) ιδρύεται μια επιτροπή για το εμπόριο και το περιβάλλον και παράλληλα τίθεται το θέμα από περιβαλλοντικές οργανώσεις και τον Τύπο. Μεγάλες διεθνείς διασκέψεις για το περιβάλλον οργανώνονται στο Ριο το 1992, στο Κιότο για τις κλιματικές αλλαγές το 1997, στη Χάγη το 2001, και πρόσφατα στο Γιοχάνεσμπουργκ το 2002. Συνολικά υπάρχουν πάνω από διακόσιες διεθνείς συμφωνίες, συνθήκες και διασκέψεις με θεσμικό χαρακτήρα και με θετικά αποτελέσματα, όπως της διάσκεψης του Μόντρεαλ για την προστασία του όζοντος στη στρατόσφαιρα, η απαγόρευση της φαλαινοθηρίας, η κήρυξη της Ανταρκτικής ως παγκόσμιου πάρκου.
Η κριτική αφορά στις επιπτώσεις του απελευθερωμένου εμπορίου, ειδικά μετά την ίδρυση του ΠΟΕ, ο οποίος προικίστηκε με αρκετές εξουσίες. Όπως τη δυνατότητα να αποτρέπει οποιοδήποτε εμπόδιο στο ελεύθερο εμπόριο, να εμποδίζει μέτρα σήμανσης/ συσκευασίας /ενημέρωσης καταναλωτών, θεσπίζονται δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας που φτάνουν μέχρι το πατεντάρισμα ολόκληρων ειδών ή γενετικού-γονιδιακού υλικού. Η απελευθέρωση εμπορίου προκάλεσε την εντατικοποίηση της γεωργίας στην πρωτογενή παραγωγή, την ενίσχυση των διηπειρωτικών-διασυνοριακών μεταφορών και τη γενίκευση των δυτικών προτύπων σε όλο τον κόσμο. Βέβαιο είναι επίσης ότι η συνεπαγόμενη αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας αυξάνει με τη σειρά της τη ρύπανση.
Βέβαια υπάρχουν και θετικά όπως ο περιορισμός της ανεργίας με την αυξημένη κινητικότητα των ανθρώπων, η γενίκευση προτύπων και προδιαγραφών για την ποιότητα προϊόντων και τον έλεγχο παράνομων μορφών εμπορίου. Από την άλλη η αύξηση του εισοδήματος σε παγκόσμιο επίπεδο αυξάνει και τα ζήτηση για περιβαλλοντική προστασία με θέσπιση ανάλογων μέτρων. Βέβαια εξίσου πιθανό είναι και ένα άλλο σενάριο. Όταν ανταγωνίζονται μια πλούσια και μια φτωχή χώρα, αν η φτωχή χώρα χρησιμοποιεί μια φτηνότερη, αλλά βρώμικη μέθοδο τότε έχουμε πτώση της τιμής και αύξηση της ζήτησης, άρα και αύξηση της βρώμικης παραγωγής.
Είναι επιβεβλημένη και η παράθεση της άποψης του Πολ Μακ Γκαρ με αφορμή την αύξηση της θερμοκρασίας: «οι εταιρίες πετρελαίου, άνθρακα και φυσικού αερίου, καθώς και οι βιομηχανίες αυτοκινήτων, ελαστικών, μαζί με τις κατασκευαστικές εταιρίες, βρίσκονται στην καρδιά του προβλήματος. Eίναι βιομηχανίες με κεντρικό ρόλο στον σύγχρονο καπιταλισμό… Oι εταιρίες ορυκτών καυσίμων έχουν δουλέψει συστηματικά όλο τον 20ο αιώνα για να δημιουργήσουν ένα πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό περιβάλλον που να εξαρτάται αποκλειστικά από τα προϊόντα τους – και να εκτινάσσουν έτσι στα ύψη τα κέρδη και τις αγορές τους”.
Ταυτόχρονα ιδρύοντας συνασπισμούς εταιρειών, όπως την Global Climate Coalition «ξοδεύουν δισεκατομμύρια για την παραγωγή υλικού προορισμένου να δυσφημίσει τις έρευνες που δείχνουν ότι η παγκόσμια θέρμανση της γης είναι μια πραγματικότητα και ότι μια από τις βασικές αιτίες γι’ αυτό είναι η χρησιμοποίηση ορυκτών καυσίμων. Tαυτόχρονα ξοδεύουν υπέρογκα ποσά για να προσεταιριστούν πολιτικούς και κυβερνήσεις, που έτσι κι αλλιώς μοιράζονται την ίδια κοσμοθεωρία με το μεγάλο κεφάλαιο: υποστηρίζουν το σύστημα των επιχειρήσεων, της αγοράς, του κέρδους». Πιθανόν υποστηρίζει ο συγγραφέας αυτός είναι ο λόγος της αποτυχίας διεθνών διασκέψεων, όπως του Ρίο και του Κιότο.

Στόχος του συγκεκριμένου blog είναι να ενημερώσει, αποτελώντας χώρο γόνιμου προβληματισμού, για την Εκπαίδευση για την Αειφορία, τη μετεξέλιξη, αν θέλετε μιας καινοτομίας που ακόμη διαρκεί στον εκπαιδευτικό χώρο, της Περιβαλλοντικής Εκπαίδευσης.